έστω μία ιστορία














Ο Τόμας Μπράουν στα τριάντα πέντε του χρόνια του ήταν πολύ απογοητευμένος από τη ζωή του. Είχε εγκαταλείψει τις σπουδές του πριν κάμποσα χρόνια και είχε καταλήξει να δουλεύει αχθοφόρος στο λιμάνι, μια δουλειά που σιχαινόταν και που τον κούραζε τόσο πολύ που δεν είχε όρεξη για τίποτα άλλο. Το μόνο που έκανε ήταν να κάθεται μπροστά στην τηλεόραση του και να γκρινιάζει.

Ένα πρωινό που κατέβηκε στο λιμάνι για δουλειά, έγινε φασαρία. Πιάστηκαν δύο δικοί του με κάτι ναυτικούς στα χέρια, βγήκαν μαχαίρια, το κακό δεν άργησε να συμβεί. Μετά από λίγο ακούστηκαν οι σειρήνες της αστυνομίας και σκόρπισαν όλοι τους στα στενά. Ο Τόμας Μπράουν, βρέθηκε σε δύσκολη θέση. Το στενό που διάλεξε για να την κοπανήσει ήταν αδιέξοδο και άκουγε τους αστυνομικούς να βρίσκονται όλο και πιο κοντά. Για καλή του τύχη όμως παρατήρησε πως υπήρχε φως σε ένα παράθυρο από τα υπόγεια, που ήταν χωμένα ανάμεσα στους κάδους των σκουπιδιών. Χτύπησε δειλά την πόρτα.

Άνοιξε μια γριούλα, ζαρωμένη σαν μωρό, σχεδόν τυφλή.

«Έλα γιε μου, πέρασε μέσα».

Κάθισε σε μια ξεφλουδισμένη μπορντό πολυθρόνα. Μια σόμπα σιγόκαιγε και στο ραδιόφωνο έπαιζε παλιά τραγούδια. Η γριά τον κέρασε τσάι, του είπε τα νέα της, τον ρώτησε τα δικά του, εκείνος δεν είχε και πολλά να πει. Πέρασε η ώρα και ο Τόμας Μπράουν, αφού την ευχαρίστησε σηκώθηκε να φύγει.

«Τι ωραία που θα ήταν να μου έλεγες μια ιστορία πριν φύγεις», του είπε.

«Δυστυχώς, δεν ξέρω καμιά ιστορία», της αποκρίθηκε εκείνος.

«Μα πως γίνεται να μην ξέρεις ούτε μία;»

«Λυπάμαι», της είπε και το εννοούσε.

Βγήκε έξω στον κρύο αέρα, με μια βαθιά λύπη απλωμένη στο στήθος του. Είχε νυχτώσει. Περπάτησε για κάμποση ώρα στα στενά της πόλης, αλλά για κάποιο λόγο δεν μπορούσε να βρει το δρόμο του γυρισμού. Οι οδηγίες που ζητούσε από τους περαστικούς δεν τον βοηθούσαν καθόλου. Αντίθετα, έμοιαζαν να τον μπλέκουν ακόμη περισσότερο και κάποια στιγμή οι δρόμοι άδειασαν και άκουγε πια μονάχα τα βήματα του να αντηχούν ανάμεσα στα καταχωνιασμένα αυτοκίνητα.

Τότε είδε την πομπή. Άντρες και γυναίκες σιωπηλοί, με κεριά στα χέρια, ακολουθούσαν κάποιον που δεν μπορούσε να διακρίνει. Μια πρωτόγνωρη περιέργεια τον κυρίευσε και αποφάσισε να ακολουθήσει αυτό το ασυνήθιστο πλήθος. Πλησίασε όσο πιο κοντά μπορούσε στην αρχή της πομπής και ανακάλυψε πως τελικά ακολουθούσαν μια γυναίκα. Ύστερα από λίγο μπήκαν όλοι τους σε ένα παλιό βυρσοδεψείο.

Η γυναίκα τον πλησίασε. Είχε περίπου τα ίδια χρόνια με αυτόν. Το πρόσωπο της του φάνηκε όμορφο και οικείο, αλλά δεν ήταν σίγουρος αν την είχε γνωρίσει κάπου ή αν ήταν η οικειότητα εκείνη που εμπνέουν όλα τα όμορφα πρόσωπα.

«Η κηδεία θα γίνει σε λίγο και είμαστε όλοι πολύ θλιμμένοι, μήπως θα μπορούσες να μας παίξεις κάτι στο λαούτο; Θα μας έκανε να ξεχάσουμε για λίγο τον αποψινό μας πόνο».

Ο Τόμας Μπράουν παραξενεύτηκε.

«Λυπάμαι, αλλά δεν ξέρω να παίζω λαούτο. Πάντα αγαπούσα το γλυκό του ήχο του, αλλά ποτέ δεν έμαθα να παίζω γιατί…»

«Σε παρακαλώ παίξε μας κάτι. Το ξέρουμε όλοι πως είσαι ο καλύτερος λαουτιέρης στην πόλη», τον διέκοψε η γυναίκα.

Ο Τόμας Μπράουν παραξενεύτηκε ακόμη περισσότερο.

«Τι είναι αυτά που λες, εγώ δε…»

Δίχως να το καταλάβει το λαούτο βρέθηκε στα χέρια του και τα χέρια του ξεκίνησαν να παίζουν. Κι έπαιξε πολύ καλά εκείνη τη νύχτα ο Τόμας Μπράουν και οι πονεμένες ψυχές των πενθούντων γαλήνεψαν κάπως. Και η δική του γαλήνεψε ακόμη περισσότερο.

Η γυναίκα τον ευχαρίστησε και το ξανακοίταξε με το ίδιο αρχικό της βλέμμα.

«Λοιπόν Τόμας Μπράουν, πολύ θα θέλαμε να μας βοηθήσεις και σε κάτι ακόμα. Η κόρη του άντρα που θρηνούμε εδώ απόψε, είναι απαρηγόρητη. Θέλει να πέσει και η ίδια στο λάκκο που θα βάλουμε το πτώμα του».

Δε θυμόταν να είχε αναφέρει το όνομα του στη γυναίκα, αλλά παρόλα αυτά δεν τη ρώτησε αν το είχε ακούσει από κάποιον άλλον ή αν κάποτε οι δυο τους είχαν γνωριστεί.

«Συγχώρα με, αλλά αυτό δε θα μπορούσα ποτέ να το κάνω. Δεν έκανα ποτέ παιδιά, δεν ξέρω τι να της πω, δεν μπορώ να…»

Όμως η γυναίκα τον πήρε από το χέρι και τον έφερε δίπλα σε ένα μικρό κορίτσι που είχε σκύψει το κεφάλι και τα χρυσά μαλλιά του χάιδευαν το πάτωμα.

Και ο Τόμας Μπράουν κάθισε δίπλα του και το χάιδεψε στο κεφάλι και του είπε λόγια συμπόνιας, του μίλησε για τη ζωή και για το θάνατο, και για την αγάπη και την ελπίδα. Και το κορίτσι σήκωσε το κεφάλι και σκούπισε τα μάτια του και τον αγκάλιασε.

Η γυναίκα τον ευχαρίστησε για άλλη μια φορά και στο τέλος του είπε

«Αφού μας βοήθησε δυο φορές, μπορώ να σου ζητήσω και μια τρίτη χάρη».

Ο Τόμας Μπράουν ένευσε καταφατικά, ήρεμος πια, αλλά μόλις άκουσε αυτό που του ζήτησε η γυναίκα ένιωσε τον τρόμο να τον γραπώνει από τους ώμους.

«Όχι αυτό που μου ζητάς δεν πρόκειται να το κάνω. Είναι πέρα από τις δυνάμεις μου».

«Μα μόνο εσύ γνωρίζεις πώς να δουλεύεις το νυστέρι. Κι αν δεν κόψουμε τα πόδια του νεκρού, πως θα χωρέσει εκείνος μες στο φέρετρο;», τον ρώτησε ήρεμη η γυναίκα.

«Ποτέ δεν τέλειωσα τις σπουδές μου και όλα αυτά τώρα τα έχω ξεχάσει…»

Όμως πάλι χωρίς να το καταλάβει βρέθηκε σε ένα μεγάλο δωμάτιο. Μπροστά του ήταν το πτώμα, σκεπασμένο με ένα λευκό σεντόνι και γύρω του, τον κοιτούσαν όλοι οι πενθούντες σιωπηλοί. Στο χέρι του κρατούσε το νυστέρι και χωρίς δεύτερη σκέψη έκανε αυτό που έπρεπε να κάνει. Του έκοψε τα πόδια τέλεια και η γυναίκα τον ευχαρίστησε για τρίτη φορά.

Τότε μια αποτρόπαιη σκέψη πέρασε από το μυαλό του. Με αργά, διστακτικά βήματα πλησίασε το πτώμα. Το χέρι του έπιασε το σεντόνι και με μια απαλή κίνησε το ανασήκωσε στο ύψος του προσώπου. Όλοι τον παρατηρούσαν ακίνητοι.

Ξεφύσηξε με ανακούφιση. Ο νεκρός άντρας του ήταν άγνωστος.

Αποχαιρέτησε τη γυναίκα και τράβηξε προς την έξοδο. Όμως λίγο πριν βγει από το παλιό βυρσοδεψείο, μαρμάρωσε. Στα σπασμένα κομμάτια ενός ραγισμένου καθρέφτη είδε το είδωλο του και δεν το αναγνώρισε αμέσως. Δεν το αναγνώρισε αμέσως, γιατί αντί για το γνώριμο πρόσωπο που ήξερε για δικό του, είδε το πρόσωπο του νεκρού άντρα.

Άρχισε να τρέχει. Η πόλη στριφογύριζε μέσα στο κεφάλι του, μαζί με όλα όσα είχε ζήσει εκείνο το βράδυ. Η γριά, η πομπή, το λαούτο, το μικρό κορίτσι, το νυστέρι, η γυναίκα και εκείνος ο άντρας που δεν γνώρισε ποτέ, ανακατεμένα μες στο μισοσκόταδο των πολυκατοικιών και των άδειων δρόμων. Όταν πια σταμάτησε ανακάλυψε πως βρισκόταν στο μικρό αδιέξοδο από όπου είχε ξεκινήσει. Γύρισε πίσω του.

Η γριά, που για κάποιον αδιευκρίνιστο λόγο και μόνο για μια φευγαλέα στιγμή του θύμισε την άγνωστη γυναίκα της κηδείας, βρισκόταν στο κεφαλόσκαλο όπως ακριβώς την είχε αφήσει.

«Λοιπόν γιε μου», του είπε, «είσαι σίγουρος πως δεν έχεις καμία ιστορία να μου πεις πριν φύγεις;»

έρωτας στα χρόνια της χολέρας















Η χολέρα χτύπησε την πόλη και οι άνθρωποι κοιμόντουσαν ήσυχοι στα σπίτια τους. Κανείς δεν κατάλαβε πότε ακριβώς ήρθε, κανείς δεν την είδε, κανείς δεν την οσμίστηκε.

Μονάχα ένας γέρος, που είχε την παράγκα του λίγο πιο έξω από τα πρώτα σπίτια.

Την ώρα που, από συνήθεια, έψαχνε να δει στο γραμματοκιβώτιο του αν κάποιος τον θυμήθηκε, είδε τη μαύρη κυρά να πλησιάζει με το αργόσυρτο περπάτημα και τη θανατερή λαλιά.

«Πάλι έρχεσαι να χτυπήσεις την πόλη μας, κόρη του Άδη, δαιμόνισσα κυρά;»

Εκείνη του ‘γνεψε χωρίς να βγάλει μιλιά.

«Γιατί ξανά; Δε χόρτασες από ψυχές και άδικο θάνατο την τελευταία σου φορά;»

«Έτσι είναι γραφτό να γίνει».

«Και για να χουμε καλό ερώτημα, πόσους σκοπεύεις να πάρεις φέτος;»

«Δέκα χιλιάδες».

Ο γέροντας δεν είπε τίποτα άλλο, μόνο απέμεινε να κοιτάζει τις ίσιες πλάτες της, καθώς ο ήλιος πάσχιζε να ανέβει στον ορίζοντα.

Και ήρθε η χολέρα στην πόλη κι έφερε το μαύρο θάνατο σε άντρες, σε γυναίκες και παιδιά. Σε κανένα δε χαρίστηκε. Οι υπονόμοι ξέρναγαν χολή και οι πλατείες έσβησαν, γέλιο δεν άκουγες, μόνο θρήνους, βλαστήμιες και κατάρες που κρέμονταν από τα καλώδια του ρεύματος σα νεκρά πουλιά.

Κι όπως άξαφνα ήρθε, έτσι άξαφνα έφυγε.

Μα πάλι στο δρόμο της το γέροντα συνάντησε. Ήταν απομεσήμερο κι εκείνος ψαχούλευε το ραδιόφωνο ν’ακούσει τις ειδήσεις.

«Ψέματα μου είπες. Δεν πήρες δέκα χιλιάδες, πήρες πενήντα!», της είπε θυμωμένος.

«Δε σου είπα κανένα ψέμα», του αποκρίθηκε εκείνη ατάραχη, «εγώ δέκα χιλιάδες πήρα. Τις υπόλοιπες σαράντα, τις πήρε ο φόβος».

βράδυ σαββάτου









Ήταν βράδυ Σαββάτου και ο Ισίδωρος Σμολένσκι, αφού ντύθηκε χωρίς βιασύνη, πήρε τη φωτογραφική του μηχανή μαζί με τον τρίποδα της, ένα κερί και ένα κηροπήγιο και στη συνέχεια αναχώρησε από την ταπεινή του κατοικία.

Σταμάτησε στο φαστφουντάδικο της γειτονιάς του, όπου παράγγειλε δύο χάμπουργκερ και μία μερίδα πατάτες. Κάθισε σε ένα τραπέζι κοντά στην έξοδο, έβγαλε το κηροπήγιο από την τσέπη του μαζί με το κερί και στη συνέχεια το άναψε. Δείπνησε μονάχος, κάτω από τα έκπληκτα βλέμματα του προσωπικού και των πελατών και όταν τελείωσε με το φαγητό του, έστριψε ένα τσιγάρο το οποίο και κάπνισε.

Παραδόξως, ουδείς διαμαρτυρήθηκε.

Αφού έφυγε από το φαστφουντάδικο, κατευθύνθηκε προς το κέντρο. Του πήρε αρκετή ώρα να παρκάρει και συνέχισε για κάμποση ώρα πεζός, ανάμεσα σε ομπρέλες, φιλιά και αρώματα. Μπήκε σε μια τυχαία πολυκατοικία, ακολουθώντας ένα ζευγάρι που, κρίνοντας από τα βλέμματα που αντάλλαξαν ξεκλειδώνοντας την εξώπορτα, είχαν κάποια σχέδια που σίγουρα περιλάμβαναν και τον ανελκυστήρα.

Ο Ισίδωρος Σμολένσκι ανέβηκε από τις σκάλες.

Έφτασε στην ταράτσα. Η νύχτα ήταν ανήσυχη όπως κάθε σαββατόβραδο, ο ουρανός κάπως θολός, τα αστέρια κάπως αβέβαια. Περπάτησε μέχρι την άκρη της, χάζεψε για λίγο τη φορτωμένη λεωφόρο και ύστερα με αργές, σχεδόν νωχελικές κινήσεις, έστησε τον τρίποδα και ρύθμισε τη φωτογραφική του μηχανή στην αυτόματη λήψη. Πήρε φόρα και πήδηξε στο κενό.

Η αποτυχία του υπήρξε διπλή.

Η πολυκατοικία υπήρξε χαμηλότερη των προσδοκιών του. Αντί για τον πολυπόθητο θάνατο κατέληξε με μία διαλυμένη σπονδυλική στήλη και μια ολική παράλυση για την υπόλοιπη ζωή του. Επίσης, είχε ξεχάσει να ενεργοποιήσει το φλας, με αποτέλεσμα η φωτογραφία που τελικά βρέθηκε στα χέρια του (σχήμα λόγου), να απέχει πολύ από την απαθανάτιση της πιο σημαντικής στιγμής της ζωής του, καθώς ήταν ολόμαυρη. Παρολ' αυτά ζήτησε να του την κρεμάσουν απέναντι από το κρεβάτι του.

Όταν τον ρωτούσαν γιατί το ζήτησε αυτό, αφού στη φωτογραφία δε φαινόταν τίποτα απολύτως, απαντούσε:

«Για να θυμάμαι πως η αποτυχία στη ζωή μπορεί να σου διδάξει κάτι. Η αποτυχία στο θάνατο το ίδιο. Η αποτυχία και στα δύο, όμως, δεν μπορεί να σου διδάξει τίποτα άλλο πέρα από αυτό που μόλις σου είπα».

Σ.τ.μ. Από πολλούς μελετητές της μεταφυσικής, η ιστορία του Ισίδωρου Σμολένσκι θεωρείται η βασικότερη απόδειξη πως τελικά δεν μπορείς με κανένα τρόπο να δεις σε φωτογραφία το θάνατό σου.

η γυναίκα που ήταν δέντρο














Τη γνώρισα πριν από μερικούς μήνες σε ένα συνηθισμένο καφέ της πόλης. Φορούσε κάτι σκούρο, ήταν σιωπηλή και κοιτούσε επίμονα το μπολ με τα κυβάκια της ζάχαρης. Δεν έδειχνε θλιμμένη, ούτε αφηρημένη, ήταν σα να ήταν κατά κάποιο τρόπο αποκομμένη από όσα συνέβαιναν γύρω της. Σαν να ήταν βυθισμένη σε ένα εκκωφαντικό εσωτερικό μονόλογο, που αφενός την εμπόδιζε να ακούσει οτιδήποτε άλλο συνέβαινε γύρω της, αφετέρου την προστάτευε με ένα μαγικό τρόπο από την ευτέλεια του κόσμου.

Ήταν η πιο γοητευτική γυναίκα που έχω γνωρίσει.

Μερικές μέρες αργότερα, αφού είχαμε κάνει έρωτα και καπνίζαμε ξαπλωμένοι στο κρεβάτι της, αναφέρθηκα σε αυτή τη σιωπή της. Εκείνη μου διηγήθηκε την εξής ιστορία:

«Όταν ήμουν μικρή νόμιζα ότι ήμουν δέντρο. Το ξέρω πως είναι αστείο, αλλά η γιαγιά μου μου είχε πει πως όταν γεράσει πάρα πολύ ο άνθρωπος και δεν μπορεί πια να περπατήσει, τον πηγαίνουν μες στο δάσος κι εκεί του βγάζουν τα παπούτσια, του θάβουνε τα πόδια μέσα στο χώμα, κι ύστερα τον αφήνουν μοναχό ανάμεσα στα δέντρα. Εκείνος τότε κλείνει τα μάτια και δεν τα ανοίγει ποτέ ξανά, και ύστερα, αφού περάσουν πολλά πολλά χρόνια, ο γερασμένος άνθρωπος γίνεται δέντρο.

Έτσι έμαθα να αγαπάω τα δέντρα, όσο αγαπάω τους ανθρώπους. Και το πρώτο πράγμα που σου μαθαίνουν τα δέντρα είναι η σιωπή. Και το πρώτο πράγμα που σου μαθαίνει η σιωπή είναι ο εαυτός σου. Όμως όσο πιο πολύ σιωπάς τόσο πιο πολύ απομακρύνεσαι από τους άλλους ανθρώπους, γιατί τότε παύεις να ανήκεις στην πόλη τους. Ανήκεις πια στο δάσος και έχεις ανάγκη από άλλα δέντρα για να πλέξεις τα κλαδιά σου και όχι από πολυκατοικίες που σου πνίγουν τον ορίζοντα.

Καμιά φορά νιώθω ακόμα σα να είμαι δέντρο. Νιώθω τις ρίζες μου να βαθαίνουν κάτω από την άσφαλτο και τα φύλλα μου να ταξιδεύουν στα μπαλκόνια ή τις πιλοτές και τότε σωπαίνω, όπως τη μέρα που με είδες, και αναρωτιέμαι ως πότε οι άνθρωποι της πόλης θα μιλάνε τόσο φασαριόζικα μεταξύ τους χωρίς να λένε τίποτα, ως πότε θα ακούνε τις τηλεοράσεις και τα ραδιόφωνα χωρίς να ακούνε τίποτα, ως πότε θα αγκαλιάζονται μες στο σκοτάδι χωρίς να νιώθουν τίποτα».

Σηκώθηκα από το κρεβάτι, ντύθηκα κι έφυγα.

Κατάλαβα πως δεν υπάρχει πιο μοναχικό πλάσμα από ένα δέντρο δίχως το δάσος του.

Κι εγώ ούτε να γίνω θέλω του τελευταίου δέντρου ξυλοκόπος.

Ούτε του νέου δάσους του ρομαντικός κι ελπιδοφόρος αναδασωτής.